κληρονομιά


κληρονομιά
ἡ κληρονομιά наследство, наследование; причастность к чему

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κληρονομιά" в других словарях:

  • κληρονομία — κληρονομίᾱ , κληρονομία inheritance fem nom/voc/acc dual κληρονομίᾱ , κληρονομία inheritance fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομιά — και κληρονομία και κλερονομιά, η (AM κληρονομία) [κληρονόμος.] το σύνολο ή το μέρος τής περιουσίας το οποίο μετά τον θάνατο τού κυρίου και κατόχου του περιέρχεται στην κυριότητα άλλου ή άλλων (α. «πήρε μια μεγάλη κληρονομιά και πλούτισε» β.… …   Dictionary of Greek

  • κληρονομίᾳ — κληρονομίαι , κληρονομία inheritance fem nom/voc pl κληρονομίᾱͅ , κληρονομία inheritance fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομιά — η 1.περιουσία που περιέρχεται μετά το θάνατο του κατόχου της στην κυριότητα άλλου. 2. πνευματική ή ψυχική ιδιότητα που μεταβιβάζεται από τους γονείς στα παιδιά: Έχουν κληρονομιά την εξυπνάδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κληρονομιά — [клирономья] ома. Θ. наследство, наследие …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • κληρονομίας — κληρονομίᾱς , κληρονομία inheritance fem acc pl κληρονομίᾱς , κληρονομία inheritance fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομίαι — κληρονομία inheritance fem nom/voc pl κληρονομίᾱͅ , κληρονομία inheritance fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομίαν — κληρονομίᾱν , κληρονομία inheritance fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομιῶν — κληρονομία inheritance fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κληρονομίαις — κληρονομία inheritance fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek